ἀρτηρία

ἀρτηρία
Grammatical information: f.
Meaning: `artey'; `wind-pipe' (Hp.); s. Strömberg Wortstudien 60.
Derivatives: ἀρτηρίασις `bronchitis' (Isid. Etym. 4, 7, 14), cf. ψωρίασις, ἐρυθρίασις.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Like the semantically comparable ἀορτή (s. 2. ἀείρω) prob. to ἀείρω `bind, hang up'. On the formation Chantr. Form. 81, Scheller Oxytonierung 59.
Page in Frisk: 1,155

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀρτηρία — ἀρτηρίᾱ , ἀρτηρία wind pipe fem nom/voc/acc dual ἀρτηρίᾱ , ἀρτηρία wind pipe fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρτηρία — Αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στην περιφέρεια. Σύνθετη λέξη, παράγεται από τις αρχαίες λέξεις αήρ και τηρείν (= κρατώ τον αέρα). Η ονομασία αυτή οφείλεται στην πεποίθηση, που ήταν διαδεδομένη πριν από την ανακάλυψη της… …   Dictionary of Greek

  • ἀρτηρίᾳ — ἀρτηρίαι , ἀρτηρία wind pipe fem nom/voc pl ἀρτηρίᾱͅ , ἀρτηρία wind pipe fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρτηρία — [артирна] ουσ. Θ. артерия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αρτηρία — η 1. αιμοφόρο αγγείο με το οποίο το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά στα άλλα όργανα και μέλη του σώματος. 2. μεγάλος δρόμος για τη συγκοινωνία: Η συγκοινωνία της πόλης εξυπηρετείται από δύο κυρίως αρτηρίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηπατική αρτηρία — Αρτηρία που μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στο ήπαρ …   Dictionary of Greek

  • κοιλιακή αρτηρία — Μια αρτηρία που διακλαδίζεται από την αορτή και τροφοδοτεί με αίμα τα πεπτικά όργανα του επάνω κοιλιακού τμήματος …   Dictionary of Greek

  • ακρωμιοθωρακική αρτηρία — Παρακλάδι της αρτηρίας της μασχάλης που περνάει ανάμεσα στο κλειδοκόκαλο (κλείδα) και τον θωρακικό μυ. Έτσι ονομάζεται και η φλέβα που ακολουθεί την ίδια πορεία, με τη διαφορά ότι έχει αντίθετη φορά …   Dictionary of Greek

  • ἀρτηρίας — ἀρτηρίᾱς , ἀρτηρία wind pipe fem acc pl ἀρτηρίᾱς , ἀρτηρία wind pipe fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρτηρίαι — ἀρτηρία wind pipe fem nom/voc pl ἀρτηρίᾱͅ , ἀρτηρία wind pipe fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρτηρίαν — ἀρτηρίᾱν , ἀρτηρία wind pipe fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.